Tελευταίο ταξιδι στην Αμοργό 5-7-1955

Απομαγνητοφώνηση του τελευταίου  ταξιδιού στην Αμοργό την  5-7-1955


Καμπίνα 374. Με το πλοίο ΟΛΥΜΠΙΑ ΕΞ­ΠΡΕΣ για την Αμοργό Θα γίνει προσωρινή και οριστική παραλαβή των κτιρίων στα ο­ποία ήμουν επίβλεψη
Τελευταίο υπηρεσια­κό ταξίδι λοιπόν στην Αμοργό  Είμαι συγκι­νημένος. . Αφήνω ένα κομμάτι του εαυτού μου και σε αυτό το νησί… Έχω αναμνήσεις όμορφες  έστω και αν συνάντησα πολλές δυσκολίες… Ήταν απαραίτητα τα τρία κτί­ρια . Και αυτά θα μένουν πάντα στην θέση τους και νιώθω πως έχω αφήσει κάτι από την ψυχή μου στο καθένα χωριστά!!!

Καλά φτάσαμε . Δεν θα πάω με τους άλ­λους Έχουμε λίγες ημέρες και εγώ θέλω μόνος να περπατήσω στα δικά μου μέρη. στις δικές μου γωνιές! Με μια πρώτη ματιά δεν διακρίνω ουσιαστικές αλλαγές κάτι που να ξεχωρίζει. Και εννοώ τα άψυχα γιατί σί­γουρα θα έχουν γεννηθεί και άλλοι άνθρω­ποι και άλλα θα έχουν «φύγει»· από αυτή τη ζωή! Εξωτερικά λοιπόν καμία αλλαγή! Ήταν σαν να έφυγα χθες. σαν να μην είχα φύγει ποτέ!… Ώρα 12 και 10 νύχτα! Βγήκα με το μαγνητόφωνο να γράψω ζωντανά!! Είμαι στο Ξυλοκερατίδι. στο αριστερό άκρο κα­θώς μπαίνουμε με το καράβι στο λιμάνι Μι­σό το φεγγάρι, στο έβγα του λιμανιού και καθώς μπαίνουμε δεξιά Με τις ακτίνες του έχει φτιάξει στη ράχη της θάλασσας ένα δρόμο που φθάνει από το απέναντι βουνό μέχρι εμένα Και να μπορούσα να το περπα­τήσω και να κόψω δρόμο! Η θάλασσα είναι ήσυχη- Ένα ψιλό αεράκι που σου φέρνει ρί­γος χωρίς να κρυώνεις. Τώρα θα συνεχίσω από το Ξυλοκερατίδι και σιγά – σιγά θα πάω απέναντι εκεί που έρχονται και φεύγουν τα πλοία. Πήγα και προηγουμένως αλλά θα ξαναπάω πάλι για τελευταία φορά! Και πρώτα λίγος υπόκωφος παφλασμός των αμοργιανών  κυμάτων έτσι σαν αποχαιρετισμός σε μένα! Θέλω να τα πάρω μαζί μου και τις δι­κές νύκτες να τα ξανακούσω σε σκοτεινό δωμάτιο με κλειστά μάτια..!

Απέναντι τα Κατάπολα φωταγωγημένα

Όλα τα φώτα σαν δέντρα φυτεμένα που οι ρίζες τους είναι στη θάλασσα Μοιάζουν με λουλούδια που λαμπιρίζουν και η αντανά­κλαση τους φαίνεται πάρα πολύ καλά στο κορμί της θάλασσας, έτσι σαν κάποιος να τα σκόρπισε για κάποια αγάπη! Προχωρώ σιγά – σιγά! Σταματώ δίπλα από ένα σκουπι­δοτενεκέ έτσι ξαφνικά. Οι γάτες έφυγαν τρομαγμένες Έψαχναν για τροφή Αυτό κά­νουν όλες οι γάτες του κόσμου! Όμως υ­πάρχουν και άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια για να ζήσουν . Δίπλα μια κυρία έφερε ένα κουβά και το άδειασε στη θάλασ­σα βιαστικά και έφυγε. Γιατί. Θεέ μου. βρο­μίζουν τόσο τη θάλασσα.. Τα καΐκια, τα ξύ­λινα καΐκια. οι ξύλινες βάρκες η μία δίπλα στην άλλη δεμένες, κουνιούνται ελαφρά

Ίσως και να κοιμούνται  Αύριο καινούργια μέρα. πάλι δουλειά, πάλι ψάρεμα·

Και να μπορούσε η κάθε μια να μου διηγη­θεί την ιστορία της και εγώ να γράψω τις ι­στορίες τους στο μαγνητόφωνο! Αστέρια στον ουρανό μετρημένα με γυμνό μάτι. φωταγωγημένες οι δυο εκκλησίες. Η μία απέ­ναντι από την άλλη καθώς πηγαίνουμε για τη Χώρα . Αλλά ας προχωρήσω, πρέπει να προλάβω… «ΚΥΜΑ Ν.Σ. 1104». -ΑΓΙΑ ΑΙΚΑ­ΤΕΡΙΝΗ». «ΑΠΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ». «ΓΕΡΟ ΝΙΚΟΛΑΣ» μερικά από τα μεγάλα καΐκια Έχουν από πίσω ή στο πλάι τους από ένα μικρό βαρκάκι και μοιάζει σαν να είναι το παιδί τους. το καϊκόπουλο θα λέγαμε!! Προχωρώ, προχωρώ!! Υπάρχουν και καΐκια – βάρκες και στην στεριά. Πόσο αλήθεια θα ήθελαν να είναι στη θάλασσα. Μαραζώ­νουν Ιούλιο μήνα να είναι έξω! Ποιος τις τι­μωρεί. Είναι «άρρωστες».. . Αυτές λίγο – λί­γο θα πεθάνουν, θα σαπίσουν. . Μήπως εί­ναι ηλικιωμένες… «Γέροι», «γριές»…!!

Τα καταστήματα κλειστά, δεν έχει κίνη­ση . Περνώ από το «ΚΑΤΕΡΙΝΑ». Ακούγεται μοντέρνα μουσική. . .Ας γράψω ένα κομμά­τι . ..Στο μώλο ο «ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΒΕΚΡΗΣ Λ Α 81ο. «ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ν.Ν 3». πολλά δί­χτυα απλωμένα, σωροί εδώ και εκεί. Ο αέ­ρας είναι πιο αισθητός. Ακούω τριζόνια. Εί­ναι αμοργιανά τριζόνια, πάω να γράψω . Τελειώνει το Ξυλοκερατίδι. πέρασα την κα­φετέρια με τα μοντέρνα τραγούδια. Πέρασα την ψαροταβέρνα «ΨΑΡΟΠΟΥΛΑ·· συνεχί­ζω το δρόμο σιγά σιγά προς τα Κατάπολα Στα πρώτα σκαλιά που συναντώ, κατεβαίνω στην άμμο. Φλοίσβος, παφλασμός κυμάτων, τρίζουν τα χαλίκια που τα πατώ. .. Γράφω τους παφλασμούς, τη φωνή που βγάζουν τα χαλίκια και η άμμος κάτω από τα πέλματα των παπουτσιών μου.. Προχώρησα Τώρα είμαι περίπου στη μέση του λιμανιού… Δε­ξιά το Ξυλοκερατίδι. αριστερά τα Κατάπο­λα . Άλλο ένα μαγαζί με μοντέρνα μουσική, ξανά ακούω τριζόνια. Και νάταν να ακούσω και ένα Αμοργιανό τραγούδι. Αμοργιανή μουσική» Έχω ηρεμήσει! Αμοργό σε ευχα­ριστώ! Πλησιάζω προς το κουφάρι του κό­τερου που εδώ και τρία- τέσσερα χρόνια βρίσκεται πεταμένα, έρμαιο των ανθρώπων και των κυμάτων. Το βλέπω και ανατριχιάζω Έχουν αρπάξει και άλλα κομμάτια από το κουφάρι του Σιγά – σιγά καταστρέφεται, σι­γά – σιγά πεθαίνει, ανήμπορο να αντιδρά­σει.. Έχει χρώμα πράσινο και να είναι σαν μια μεγάλη φάλαινα η οποία έχει εξωκοίλει στα νερά της Αμοργού. . Έφτασα στη γέφυ­ρα. στη διασταύρωση Να οι μεγάλοι αγα­πημένοι ευκάλυπτο* Ο πιο μεγάλος είναι τα­λαιπωρημένος με το κορμί του να γέρνει προς το νότο, τον λύγισε ο βοριάς . Όλους κάτι μας λυγίζει, ο πόνος, οι λύπες, οι χα­ρές. τα βάσανα.. Προχώρησα προς τις πά­πιες. Δεν ήταν εκεί. «Τάισε» τις πάπιες, μου είχαν πει τα δυο μου παιδιά ο Στέφανος και η Πηνελόπη. . Που να τις βρω . Τι να τους πω γυρίζοντας . Που να δώσω ψωμί… Δεν υπάρχουν πάπιες . Όσο καιρό ήταν τα παιδιά στην Αμοργό έφερναν ψωμί στις πά­πιες. Έμεινα αρκετή ώρα στο άδειο σπιτάκι τους. . Ανέβηκα στο δρόμο, προχώρησα μέ­χρι τις δέστρες των πλοίων. Ο περίπατος μου τελείωσε . Με συγκίνηση, αμηχανία, με μια πικρή γεύση, με μια γλυκιά γεύση, με νοσταλγία έμεινα αρκετά στο μώλο… Ήταν πολύ αργά Δύο και 15′. Ίσως αν με έβλε­παν να απορούσαν τι κάνει τέτοια ώρα στο λιμάνι ο Μηχανικός του Ο.Τ.Ε.!…

Χρήστος  Στεφ. Ευαγγέλου
Πολ/κός  Μηχ/κος ΕΜΠ.

Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα «ΑΜΟΡΓΟΣ» του Συνδέσμου Αμοργίνων

Απάντηση