Στα μονοπάτια της Αιγιάλης – Όρμος-Θολάρια-Λαγκάδα

Όρμος – Θολάρια – Λαγκάδα

Πήραμε το μονοπάτι για τα Θολάρια από το τέλος της αμμουδιάς, παλιό ανηφορικό καλντερίμι που περνάει μέσα από τις εγκαταλειμμένες πια αναβαθμίδες. Πριν από μερικές δεκαετίες, σ’ αυτό το χώμα που συγκρατούν οι ξερολιθιές έβαζαν σιτάρι, κριθάρι, όσπρια, αμπέλια, οπωροφόρα. Μετά ήρθε η μετανάστευση και η ευκολία του τουρισμού και η εξημερωμένη γη σιγά σιγά ξανάγινε λόγκος ή αφέθηκε στα κατσίκια, που χειρότερα από φωτιά κατατρώνε τα πάντα. Λίγο πριν το χωριό είναι ένα μεγάλο πηγάδι με εμφανή τα σημάδια της αλυσίδας από το σύρσιμο του κουβά. Από κάτω ο κάμπος, ελαιώνας με κάποια κενά από περιφραγμένα οικόπεδα και μάντρες. Βγήκαμε στα Θολάρια, που για πολλούς από τους καλοκαιρινούς επισκέπτες είναι το ομορφότερο χωριό. Περπατάμε στα σοκάκια, ο οικισμός, χτισμένος στο λαιμό μιας πλαγιάς, βλέπει ο μισός το Νοτιά και ο άλλος το Βοριά. Στη βορινή πλευρά δεν μπορείς να σταθείς από τον αέρα και το κρύο, ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούν, αλλά αρκετά από τα καταστήματα είναι ανοιχτά, σταματάμε στο ζαχαροπλαστείο, σπεσιαλιτέ του το γαλακτομπούρεκο αλλά δυστυχώς θα είναι έτοιμο το βράδυ. Συνεχίζουμε το περπάτημα. Στα ανατολικά όρια του χωριού το μικρό κοιμητήριο κοιτάζει το πέλαγος, το μονοπάτι συνεχίζει πλατύ, πετρόχτιστο και ισοϋψές σε όλο του το μήκος, διασχίζει περιμετρικά τη λεκάνη που δημιουργούν οι πλαγιές και ήπια συνεχίζει προς τη Λαγκάδα. Τα σύννεφα τρέχουν γρήγορα προς το Νότο και το φως αλλάζει συνεχώς, οι αναβαθμίδες κατηφορίζουν προς τον κάμπο, ελιές, πρόβατα, κατσίκια και γαϊδούρια τριγύρω μας. Το φως, σαν ουράνιος προβολέας που αναβοσβήνει, πότε φωτίζει μια σειρά από πεζούλες, πότε λίγα πρόβατα, πότε το απέναντι χωριό και πότε δημιουργεί δυο φωτεινές τρύπες στη θάλασσα. Η Νικουριά απέναντι είναι ο πρωταγωνιστής, φως και σύννεφα τη μεταμορφώνουν συνεχώς. Με μια μικρή παράκαμψη ανατολικά βγήκαμε στο μοναστήρι της Παναγίας, όλα καθαρά και ασπρισμένα. Απέναντι ένα μικρό σπιτάκι δεν είναι της εκκλησίας, όπως νομίσαμε, αλλά η αποθήκη ενός αγρότη που έφτασε με τρία γαϊδούρια φορτωμένα ελιές.

Συνεχίζουμε με το τελευταίο φως για τη Λαγκάδα, περνώντας πρώτα από το μικρό οικισμό Στρούμπο, όπου τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλειμμένα αλλά τα τελευταία χρόνια κάποια έχουν επισκευαστεί με επιμέλεια και γούστο. Ανεβαίνοντας για τη Λαγκάδα, από κάτω κρέμεται το φαράγγι του Αρακλού με μια μικρή εκκλησία στην άκρη του. Η Λαγκάδα είναι χτισμένη στις πλαγιές και σε ένα πλάτωμα του όρους Κρίκελος, που υψώνεται σαν τεράστιο πέτρινο κάδρο πάνω από το χωριό. Ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν μ’ αυτή την παγωνιά, σταματήσαμε στο παλιό μπακάλικο της πλατείας, το ηλικιωμένο ζευγάρι μάλλον από συνήθεια συνεχίζει να κρατάει το μαγαζί χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Στο χωριό υπήρχαν τρεις ταβέρνες ανοιχτές και το σπουδαίο είναι ότι βρήκαμε μαγειρευτό φαγητό: μελιτζάνες, φασολάκια και λαχανίδες· στο διπλανό τραπέζι καθόταν ένας συνταξιούχος που είχε έρθει για τις ελιές και είχε διάθεση για κουβέντα.

Απάντηση