H Αμοργός με αργό περπάτημα

Λίλα Μαραγκού

H Αμοργός, οι πύργοι της, οι αρχαίες της πόλεις, και κυρίως η Μινώα, είναι για τη Λίλα Μαραγκού μια υπόθεση τελείως προσωπική. Είναι μια τρέλα λέει η ίδια, είναι ένα πάθος λέμε εμείς. H Αμοργός είναι το νησί της, οι ρίζες του είναι οι ρίζες της και η ιστορία του είναι το έργο της ζωής της. Γι’ αυτό και ο τόμος Αμοργός I – H Μινώα, η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια, παρά τον ακαδημαϊσμό του τίτλου, δεν είναι απλώς ένα επιστημονικό σύγγραμμα ούτε είναι απλώς η δημοσίευση μιας ανασκαφής. Είναι αυτά, αλλά μαζί είναι και ένα βιβλίο όπου η αρχαιολογική πληροφορία εμπλουτίζεται από τις προσωπικές εντυπώσεις, όπου οι τοπικές παραδόσεις συμπληρώνουν τις λίγες αρχαίες μαρτυρίες, όπου τα παλιά τοπωνύμια καταγράφονται συστηματικά για να μην ξεχαστούν, όπου το σήμερα μπλέκεται με το χθες έτσι ώστε να αποδίδεται ανάγλυφη η ιστορική συνέχεια. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για τον πρώτο τόμο της ιστορίας της Αμοργού, μιας ιστορίας που γράφεται για πρώτη φορά.

Το βιβλίο όμως δεν είναι μόνο ένα ιστορικό βιβλίο. Παρ’ όλο που η συγγραφέας διατηρεί από την αρχή ως το τέλος μια σχεδόν «αμείλικτη» επιστημονική συνέπεια, τόσο στα καθαρά αρχαιολογικά κεφάλαια, όπως αυτά που αφορούν την ανασκαφή της Μινώας, όσο και στην ιστορική αφήγηση, οι περιγραφές της φύσης και του τόπου γενικότερα είναι γλαφυρές. Το τελευταίο κεφάλαιο «Από το Φυτονυμικό της Αμοργού» είναι αφιερωμένο στον πλούτο της «πολυβοτάνου γης της Αμοργού» δίνοντας μια προσωπική και ταυτόχρονα οικολογική διάσταση στο έργο, ενώ οι αναφορές στη διάλεκτο και στις τοπικές παραδόσεις καλύπτουν τη λαογραφική πλευρά της εξιστόρησης. H αμοργός I της Λίλας Μαραγκού είναι ένα βιβλίο ιστορικό και ταυτόχρονα ένα βιβλίο-κραυγή για ένα νησί ξεχασμένο και απομονωμένο.

Προτού όμως μιλήσουμε για το ίδιο το βιβλίο καλό είναι να θυμόμαστε ότι οι αρχαίοι γεωγράφοι όπως και οι βυζαντινοί λεξικογράφοι δίνουν ελάχιστες πληροφορίες για την Αμοργό και την ιστορία της. Εκτός από τις τρεις πόλεις που ήταν κτισμένες στη δυτική ακτή του νησιού αντικριστά στο Αιγαίο, δηλαδή την Αρκεσίνη στο νότιο άκρο, την Αιγιάλη στο βόρειο και σχεδόν στο κέντρο της ακτής και επάνω από το μεγάλο λιμάνι τη Μινώα, πολύ λίγες άλλες πληροφορίες έφθασαν ως τις ημέρες μας. Ο ψευδο-Σκύλαξ, που έζησε τον 6ο π.X. αιώνα, στο έργο του Περίπλους αναφέρει: «αμοργός, αύτη τρίπολις και λιμήν…» αποδίδοντας με αυτόν τον τρόπο σημασία και στο πολύ βαθύ λιμάνι του νησιού που υπήρξε πάντα ζωτικό στοιχείο της Αμοργού και το σημείο επαφής της με τον γύρω κόσμο.

Ως το 1837 που ο Λουδοβίκος Ροσς επισκέφθηκε το νησί, οι αρχαιότητες της Αμοργού ήταν τελείως άγνωστες. Ως τότε το κυκλαδίτικο νησί ήταν για όλους μια στενόμακρη λωρίδα από λόφους χωρίς ιδιαίτερη βλάστηση, και με κύριο χαρακτηριστικό ένα πολύ βαθύ λιμάνι που χρησίμευε ως σταθμός ανεφοδιασμού αλλά και ως καταφύγιο των ναυτικών που διέσχιζαν το Αιγαίο από Δύση σε Ανατολή και αντίστροφα. Κατά τους αιώνες που το Αιγαίο μαστιζόταν από την πειρατεία, το Κατάπολο πρόσφερε άσυλο στους ναυτικούς, ενώ ακόμη και σήμερα θεωρείται ένα πολύ ασφαλές αραξοβόλι για όλων των ειδών τα πλοία όταν σηκώνονται τα μελτέμια που κάνουν το νησί απρόσιτο.

Τα αρχαία ερείπια

Ο βαυαρός ελληνιστής επισκέφθηκε την Αμοργό το 1837 και το 1840 με την ιδιότητα του γενικού εφόρου αρχαιοτήτων και από την πρώτη φορά, αφού εντόπισε και κατέγραψε τα αρχαία λείψανα που ήταν ακόμη διάσπαρτα στο λιμάνι των Καταπόλων, ανέβηκε ως τον λόφο της Μουντουλιάς που δεσπόζει στη νότια πλευρά του λιμανιού, για να δει «τα παλάτια, τον θρόνο και τον τάφο του Μίνωα», όπως ήθελε τα αρχαία κατάλοιπα η προφορική παράδοση του νησιού. Αντί όμως για θρόνους και παλάτια, εκείνος βρήκε τη Μινώα και, όπως σημειώνεται στο βιβλίο, «στηριγμένος στις επιγραφές και στα κατά χώραν σωζόμενα ερείπια, τα οποία, λόγω της εγκατάλειψης της πόλεως από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και εξ αιτίας της μορφολογίας του εδάφους, δεν είχαν όλα καλυφθεί με χώματα, αναγνώρισε με απόλυτη βεβαιότητα τη θέση της αρχαίας πόλεως. Από αυτήν την πρώτη και μοναδική, ακριβέστατη περιγραφή των τότε πολυάριθμων και καλύτερα σωζομένων ορατών λειψάνων, αντλούμε πάντα πολύτιμες πληροφορίες για την έρευνα της τοπογραφίας της Μινώας…». Αυτή είναι η θετική πλευρά της ανακάλυψης του Ροσς. Υπάρχει όμως και μια άλλη λιγότερο θετική πλευρά και αυτή είναι η τύχη που περιμένει τα «ανεσκαμμένα» αρχαία ερείπια όταν αφεθούν αφύλαχτα όπως συνέβη μετά την επίσκεψη του βαυαρού αρχαιολόγου.

Σαράντα χρόνια μετά την αποκάλυψη και ταύτιση των αρχαίων οικοδομημάτων της Μινώας από τον Ροσς, ο Αντ. Μηλιαράκης το 1884 σημειώνει σε μια αναφορά του την εγκατάλειψη των αρχαίων ερειπίων και την «αρπαγή» του αρχαίου δομικού υλικού «προς κτίσιν νέων οικήσεων». Όπως συνέβη και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας του 19ου αιώνα, όταν κατέρρευσε ο μύθος για τα παλάτια του Μίνωα, τα αρχαία κτίσματα έχασαν την αίγλη τους και στον νου των Αμοργιανών μετατράπηκαν σε σωρούς από επεξεργασμένες πέτρες, έτοιμο υλικό δηλαδή για να χρησιμοποιηθεί στο κτίσιμο σπιτιών. Έτσι όσες από τα αρχαία μάρμαρα δεν οδηγήθηκαν στα ασβεστοκάμινα, βρήκαν δεύτερη χρήση στους χωραφότοιχους και στα σπίτια που κτίζονταν εκείνη την εποχή. Την ίδια τύχη είχαν μάρμαρα από σπασμένα αγάλματα, επιγραφές, σπόνδυλοι από κίονες κ.ά. Μετά ήρθαν με τη σειρά τους οι λαθρανασκαφείς και οι αρχαιοκάπηλοι.

Μισόν αιώνα μετά τις ανασκαφές του Ροσς ένας άλλος αρχαιολόγος, ο γάλλος G. Dechamps, ερεύνησε την Αμοργό. Ήταν το 1888 και, όπως σημειώνεται στο βιβλίο, οι ανασκαφές του ήταν ευρηματοθηρικού και ερασιτεχνικού χαρακτήρα, καθώς έγιναν προς αναζήτησιν «αγαλμάτων των αρχαϊκών χρόνων και επιγραφών της καλής εποχής», δηλαδή των κλασικών χρόνων. Παρ’ όλο που και αυτή τη φορά ήρθαν στο φως σημαντικά ευρήματα – επιγραφές, αρχιτεκτονικά μέλη, ειδώλια, κεραμικά κτλ. -, τα κατάλοιπα και αυτής της ανασκαφής είχαν την ίδια τύχη με εκείνα της παλαιότερης του Ροσς καθώς έμειναν και αυτά αφύλαχτα στο έλεος των αρχαιοκαπήλων. Ύστερα από έναν αιώνα εγκατάλειψης, το 1981, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων κυρία Λίλα Μαραγκού έβαλε μπρος τη δική της ανασκαφή στη Μινώα. H έρευνα όμως στο νησί είχε αρχίσει δέκα χρόνια νωρίτερα.

Πέτρα με πέτρα

H Λίλα Μαραγκού επέστρεψε στην Αμοργό το 1972 και επί δέκα χρόνια περπάτησε το νησί πέτρα με πέτρα καταγράφοντας ό,τι είχαν βρει οι παλιοί αρχαιολόγοι. Μετά άρχισε να κοσκινίζει τα ξανασκαμμένα χώματα της ανασκαφής του Dechamps. Το σκάψιμο συνεχίστηκε στα χώματα των λαθρανασκαφών των αρχαιοκαπήλων, «γιατί την Αμοργό την ρήμαξαν συστηματικά τη δεκαετία του ’60 οι αρχαιοκάπηλοι και οι γυρολόγοι που πλήρωναν τους Αμοργιανούς για να σκάβουν βαθύτερα τα αμπέλια τους και να τους βρίσκουν ειδώλια» λέει. Μετά τη συστηματική περιήγηση του νησιού ήρθε η συστηματική ανασκαφή στη Μινώα και η έρευνα στις άλλες δύο αρχαίες πόλεις χωρίς να σταματήσει το περπάτημα, η αναζήτηση, η εξερεύνηση. Στη Μινώα βρήκε αρχαιολογικές μαρτυρίες που βεβαιώνουν την κατοίκηση της θέσης από τη νεολιθική εποχή, ενώ παράλληλα εντοπίστηκαν νέες κυκλαδικές θέσεις και φάνηκε πόσο πυκνή ήταν η κατοίκηση του νησιού κατά την κυκλαδική περίοδο, ενώ γύρω και από τις τρεις πόλεις αποκαλύφθηκαν τείχη που χρονολογούνται από τα γεωμετρικά χρόνια.

H περιήγηση της αρχαιολόγου στο νησί συνεχίστηκε και μετά το 1981, όταν άρχισε τη συστηματική ανασκαφή της Αρχαιολογικής Εταιρείας στη Μινώα. Είναι μια περιήγηση που γίνεται με σύστημα και αργό περπάτημα, γιατί, όπως έλεγε ένας από τους μεγάλους δασκάλους της Αρχαιολογίας, ο Γεώργιος Καρούζος, μόνο έτσι μπορεί ο αρχαιολόγος να αισθανθεί τον τόπο και την ιστορία του. Χάρη σε αυτό το «αργό περπάτημα», η κυρία Μαραγκού βρήκε αγάλματα κτισμένα σε μάντρες, βρήκε επιγραφές που είχαν χρησιμοποιηθεί για κατώφλια εκκλησιών, βρήκε ακόμη και τη χαμένη από το 1908 συλλογή Ιωαννίδη. Βρέθηκε θαμμένη σε ένα κοτέτσι, όπου ύστερα από κανονική ανασκαφή αποκαλύφθηκαν 140 επιγραφές και αγάλματα που μεταφέρθηκαν και φυλάσσονται στο μικρό Μουσείο της Αμοργού μαζί με χιλιάδες άλλα αρχαία εν αναμονή του ενδιαφέροντος της πολιτείας για την έκθεσή τους σε ένα μουσείο άξιο της σημασίας και του αρχαιολογικού πλούτου της Αμοργού.

Το βιβλίο Αμοργός I – H Μινώα χωρίζεται σε έξι μέρη. H εξιστόρηση αρχίζει με ένα σκαρίφημα της ιστορίας του νησιού από τους προϊστορικούς ως και τους νεότερους χρόνους, συνεχίζεται με την αφήγηση της αρχαιολογικής έρευνας στη Μινώα, την περιγραφή των ορατών αρχαίων καταλοίπων σε όλο το νησί, την αναφορά στον Λιμένα, που υπήρξε το επίνειο της Μινώας, την περιγραφή της υπαίθρου που περιβάλλει τη Μινώα και καταλήγει στο έκτο μέρος, που είναι αφιερωμένο στα φυτά και στα βότανα του νησιού. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα ιστορικό βιβλίο (εκδόθηκε χάρη σε χορηγία του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου)γραμμένο με επιστημοσύνη, που κατορθώνει όμως να γοητεύει τον αναγνώστη ο οποίος ανακαλύπτει πως η ιστορία μπορεί να γίνεται και συναρπαστική.

Κιοσσέ Χαρά για το Βήμα

Απάντηση