Ας ερχόσουν για λίγο μοναχά για ένα βράδυ…

Αιγιάλη, ΑμοργόςΤη γνώρισα ένα καλοκαίρι που κάναμε κάμπινγκ με φίλους στην Αμοργό. Είχε κατασκηνώσει απέναντί μας με δυο φίλες της και δεν αργήσαμε να μιλήσουμε. Εκείνη είχε σχέση με έναν άλλον με τον οποίο χώρισε μόλις γυρίσαμε. Κάναμε σχέση στο νησί και πήραμε και οι δύο τηλέφωνο στις δουλειές μας για να πάρουμε άλλη μια εβδομάδα άδεια. Ήμασταν τρελλοί και παλαβοί ο ένας για τον άλλον. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα μπερδεμένα της μαλλιά γεμάτα άμμο, το πόσο χαρούμενη ήταν, το αλμυρό της δέρμα, τα βράδια που χόρευε μεθυσμένη γύρω απ’ τη φωτιά. Ήταν η αγάπη της ζωής μου. Η μόνη μου ηλιαχτίδα.

Γυρίσαμε στην Αθήνα. Στην αρχή είχαμε ένα φόβο, αυτό που λένε ότι οι καλοκαιρινοί έρωτες δεν κρατάνε. Όταν δώσαμε το πρώτο μας ραντεβού στη Πανεπιστημίου και βρεθήκαμε ξανά, δεν υπήρχε φόβος, δεν υπήρχε αμφιβολία, δεν υπήρχε τίποτα. Υπήρχε μόνο εκείνη και εγώ. Την πήρα μαζί μου, στη γκαρσονιέρα μου. Συζήσαμε αμέσως και έμεινε έγκυος πρίν κλείσουμε χρόνο μαζί. Παντρευτήκαμε με πολιτικό γάμο τον οποίο γιορτάσαμε σε ένα ξέφρενο πάρτυ με φίλους μέχρι το πρωί. Μετά το πάρτυ φύγαμε για μήνα του μέλιτος. Στην Αμοργό.

Ξύπνησα ένα πρωί από τη φασαρία που έκαναν τα παιδιά στη κουζίνα όσο εκείνη τα ετοίμαζε για το σχολείο. Ήμουν 40 και ήταν 34. Η ζωή μας είχε αλλάξει. Ήμασταν πια γονείς με ελάχιστο χρόνο και πολλές υποχρεώσεις. Το αγόρι στη σκηνή της Αμοργού, ήταν υπάλληλος σε εταιρία και το κορίτσι με το σημάδι στη πλάτη απ’ το μαγιώ, ήταν μητέρα. Η γκαρσονιέρα στο Κουκάκι, είχε γίνει τεσσάρι στα Προάστια και οι διακοπές στην Αμοργό, είχαν γίνει εξοχικό στον Κάλαμο. Τον τελευταίο καιρό δεν τα πηγαίναμε καλά. Εκείνη κλείστηκε στο σπίτι με το μεγάλωμα των παιδιών και γκρίνιαζε, δεν άντεχε, ήθελε διέξοδο κι εγώ δεν της την έδινα. Γιατί έλειπα όλη μέρα και δεν μπορούσα να της τη δώσω…ή δεν ήθελα, δεν έδωσα σημασία πες, δεν το πήρα σοβαρά ίσως, κι αυτό θα με βαραίνει σε όλη μου τη ζωή.

Ένα πρωί σαν όλα τα άλλα λοιπόν. Ξύπνησα μουτρωμένος από τη φασαρία, σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Φίλησα τα παιδιά και έφυγα τρέχοντας όσο η γυναίκα μου πάλευε να τα ντύσει για να προλάβουν το κουδούνι. Δεν έκατσα να τη βοηθήσω, δεν προσφέρθηκα να πάω εγώ τα παιδιά σχολείο έστω μια φορά, για να την αφήσω να πιεί ήσυχη ένα πρωί τον καφέ της. Έφυγα τρέχοντας να προλάβω μια ζωή που εγώ φόρεσα στον εαυτό μου. Με πήρε τηλέφωνο πιο μετά να μου ζητήσει λεφτά για κάτι λογαριασμούς. Όταν μου είπε πόσο είχε έρθει η ΔΕΗ τη κατηγόρησα ότι άναβε όλη μέρα θερμοσίφωνο. Λόγο στο λόγο μαλώσαμε και της έκλεισα με δύναμη το τηλέφωνο στα μούτρα.

Το μεσημέρι εκείνης της μέρας, άνοιξε τη πόρτα να πάει να πάρει τα παιδιά από το σχολείο και δεν πήγε ποτέ. Ούτε γύρισε σπίτι μας ποτέ. Σκοτώθηκε σε τροχαίο. Τα παιδιά μας σήμερα είναι 7 και 9 ετών, έχουν περάσει δύο χρόνια και ακόμα δεν έχω συνέλθει. Πιστεύω πως μέσα μου, δεν θα συνέλθω ποτέ. Όμως εκεί που δεν ήξερα πώς να φροντίσω τα παιδιά μου και τί να τους πω, που δεν είχα ιδέα ούτε τί μαθήματα είχε κάθε παιδί στο σχολείο, βρήκα τη δύναμη και τα έκανα όλα λες και ήξερα να τα κάνω από πάντα. Με κάποιο μαγικό τρόπο, εδώ και δυο χρόνια καταφέρνω να μεγαλώνω την οικογένειά μου. Μη με ρωτήσετε όμως πως είμαι μέσα μου. Μέσα μου είμαι μαύρος. Θα το έχω τύψεις σε όλη μου τη ζωή που ,λίγο πρίν φύγει για πάντα, όχι μόνο την μάλωσα αλλά δεν της είπα πόσο την αγαπώ. Να αγαπάτε τις γυναίκες σας, να τις φροντίζετε. Γιατί ποτέ δεν ξέρετε ποιά μέρα μπορεί να ανοίξουν τη πόρτα και να μην γυρίσουν ποτέ.

Κι έτσι βρήκα τη δύναμη και σηκώθηκα για τα παιδιά μου. Λίγους μήνες μετά το θάνατό της, γέμισα το σπίτι με φωτογραφίες της, από την Αμοργό. Και σήμερα καταλαβαίνω πως αυτό έπρεπε να το είχα κάνει πολλά χρόνια νωρίτερα και να το κάνω κάθε μέρα. Να ζω την Αμοργό μαζί της κάθε μέρα. Να βάζω κάθε μέρα στο cd player το αγαπημένο της τραγούδι. «Ας ερχόσουν για λίγο μοναχά για ένα βράδυ, να γεμίσεις με φως το φρικτό μου σκοτάδι…».

Θοδωρής

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΑ.Ν.Π.Ο Αμοργού – Χειμερινό τουρνουά ποδοσφαίρου
Επόμενο άρθροΚάστρο Αμοργού

Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι
Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια
Μὴ γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ – Αμοργός – Νίκος Γκάτσος

Απάντηση