Η ανάβαση στο μοναχικό ξωκλήσι στις 14 Σεπτεμβρίου για μια αξέχαστη γιορτή

Stayros-amorgosΗ χάρη του Σταυρού
Στο «Μπλε» καφέ, στην Αιγιάλη, πίνουμε ρακόμελο στοιχηματίζοντας σε ποια άκρη του απέναντι ξερονησιού, της Νικουριάς, θα πέσει το φεγγάρι που παίζει κρυφτό ανάμεσα στις ασβολερές φιγούρες των βράχων και στα ερεβώδη σύννεφα της νύχτας. Προσπερνά όλες τις μύτες της Νικουριάς και βουτά μέσα στη θάλασσα προκαλώντας ομαδικό κέρασμα. Ο ένας κερνά τον άλλο αφού όλοι μας χάσαμε το στοίχημα! Πάνω στη στιγμή που το άρωμα του γαρίφαλου του βραστού ρακόμελου μας συνεπαίρνει σε μια γλυκιά μέθη, ένα θαλασσινό αγέρι μας ξυπνά και μας προειδοποιεί ότι το ξημέρωμα πλησιάζει. Πρέπει να βιαστούμε αν θέλουμε να είμαστε προτού χαράξει στο χωριό Λαγκάδα, ένα τέταρτο πεζοπορία στο ανηφορικό μονοπάτι.

Στην πλατεία της Λαγκάδας συναντιόμαστε με μια παρέα γυναικών που θα μας οδηγήσουν στο πιο απόκρημνο σημείο της Αμοργού. Εκεί βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Σταυρού. Οι γυναίκες έχουν φορτώσει στα γαϊδουράκια κοφίνια γεμάτα με καρβέλια που μόλις έψησαν στους χτιστούς φούρνους για να είναι ζεστά και φρέσκα στο γεύμα του πανηγυριού. Οι άντρες έχουν ανεβεί από χθες, φορτωμένοι με σφαχτά, τσουβάλια με δημητριακά και μπουκάλια γεμάτα λάδι.

Η πεζοπορία
Αφού πιούμε τον αχνιστό καφέ που μας έψησε στην άμμο η Λενιώ, η μικρότερη της γυναικοπαρέας, παίρνουμε το μονοπάτι βορειοανατολικά της Λαγκάδας. Μετά τα τελευταία σπίτια ανηφορίζει αργά, παράλληλα με τον Κρούκελο (821 μ.). Δεξιά επάνω, εκεί όπου ο αέρας έχει το βασίλειό του, αντικρίζουμε τέσσερις μισογκρεμισμένους ανεμόμυλους και λίγο πιο κάτω διακρίνουμε το εκκλησάκι του «γερού-Σταυρού», κτισμένο μέσα σε μια σπηλιά με βυζαντινές αγιογραφίες.

Συνεχίζουμε σε ένα τοπίο όλο και πιο γυμνό. Ύστερα από μία ώρα φθάνουμε σε ένα πλάτωμα με πέντε-έξι αγροτικά σπίτια περιτριγυρισμένα από σκίνους, βελανιδιές και μικρά κυπαρίσσια. Μεγάλες παρέες νέων και γερόντων, ντόπιων και ξένων, δημιουργούνται καθώς όλοι συναντιούνται εδώ για να ξαποστάσουν λίγα λεπτά. «Ο ήλιος θα ανεβεί γρήγορα» προειδοποιεί ο καλύτερος ψαράς του νησιού, ο Παντέλος. Αμέσως μετά ζητεί από μια κοπέλα, τη Δέσποινα, να του χαρίσει τον αποψινό μπάλο.

Αριστερά και λίγο πιο πάνω, στο τρίστρατο όπου βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, του 9ου αιώνα, οι οδοιπόροι πληθαίνουν. Κάποιοι με τα γαϊδουράκια τους, οι περισσότεροι όμως ανεβαίνουν με τα πόδια. Από τη διασταύρωση ως το εκκλησάκι έχουμε άλλη μία ώρα περπάτημα. Το μονοπάτι, μισό μέτρο φαρδύ, ξετυλίγεται σαν νήμα πάνω στον προσάντη γκρεμό που συναντά την αφρισμένη θάλασσα 700 μέτρα χαμηλότερα. Τοπίο δραματικό και αλησμόνητο.

Ο παπάς του νησιού καβάλα στο γαϊδουράκι του οδεύει προς το ξωκλήσι όπου θα λειτουργήσει. Βλέποντάς μας ξωμερίτες μάς δείχνει στο βάθος του πελάγους τα βουνά της Ικαρίας, της Σάμου, την Πάτμο και την Κίναρο, κουκκίδα ξεχασμένη στο μπλε του πελάγους.

Φθάνοντας στον Σταυρό θαρρείς πως είσαι σε ένα μέρος ουράνιο παρά γήινο: στο εκκλησάκι οι γιαγιάδες σταυροκοπιούνται και οι κόρες μαζί με τους νιους ψάλλουν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

Νοτιοανατολικά από το ξωκλήσι βρίσκεται το εγκαταλειμμένο μεταλλείο όπου μέσα από βαθιές στοές γινόταν η εξόρυξη του βωξίτη ως το 1954. Κοντά σε αυτό σώζεται ακόμη το χωριό των οικογενειών των εργατών ακατοίκητο σαν ένα φάντασμα.

Δίπλα από τον μικρό ναό, στο μαγειρείο στήνουμε τσιμπούσι με τους αρχιχαροκόπους που από τα χαράματα πίνουν κρασί καθώς μαγειρεύουν στη φωτιά μέσα στα τσουκάλια κατσίκι με ρύζι και πατάτες. Ένας από αυτούς, ο κυρ Πορτοκάλης από τα Θολάρια, μας διηγείται την αληθινή ιστορία όταν κάποτε έβρεξε… βατράχια στο νησί.

Σαν τελειώσει η λειτουργία μοιράζεται άρτος και κρασί και ένα κορίτσι κερνά μελομακάρονα φτιαγμένα από τις γυναίκες των Θολαρίων, με πορτοκάλι και καρύδι. Τα πιάτα με το φαγητό πηγαινοέρχονται, το ίδιο και ακόμη περισσότερο το κοκκινέλι. Καθόμαστε καταγής για να απολαύσουμε τη δύναμη τούτου του τόπου. Ο Μιχάλης, ο τραγουδιστής της παρέας, υμνεί με μια μαντινάδα το φως, τον δυνατό αγέρα, το απέραντο γαλάζιο, τις μυρουδιές του θυμαριού και του χρυσοκίτρινου λουλουδιού των βράχων που το λένε «ήλιο». Ο εγγονός του με το βιολί συνοδεύει τον Μιχάλη σε ένα γιορτινό συρτό: κόντρα στον άνεμο που ολοένα δυναμώνει, χορεύουμε μανιωδώς τις αμοργιανές μολπές τραγουδώντας με αίσθημα τους παρορμητικούς στίχους: «Γεια χαρά σας παλικάρια και στο καλό, να μας φέρετε σφουγγάρια και κοράλλια απ’ το γιαλό…».

Κατά την κατάβαση ο μελισσοκόμος κυρ Γιώργης σταματά τον κόσμο έξω από την αποθήκη του για να τον φιλέψει κηρήθρα με μέλι και καφέ. Η Σοφία μαζεύει τους λαχταριστούς καρπούς της μοναδικής συκιάς αυτού του ξερού τοπίου και μετά τους προσφέρει. Η παπαδιά, με τη σειρά της, αφού δώσει στον παπά λίγο γλυκό του κουταλιού βύσσινο, καλεί όλα τα παιδιά να το μοιραστούν. Αστεία και ιστορίες λέγονται μεταξύ των γνώριμων πια γέρων και νέων. Η γλυκιά ζάλη σβήνει σιγά σιγά. Μέσα στη βαβούρα της χαράς που προκαλεί κάθε πανηγύρι σαν και αυτό, γνήσιο και πατροπαράδοτο, παίρνουμε έναν τονωτικό υπνάκο, γεμάτο όνειρα.

Αργότερα στα Θολάρια, με μοναδικό σημάδι του χρόνου τον ήλιο να οδεύει προς τη δύση του, στον περίβολο της εκκλησίας τα αγόρια παίζουν μαζί με τον τρελό του χωριού μπιζ και μακριά γαϊδούρα. Στο καφενείο «Η καλή καρδιά» του Μάγκα οι τουρίστες χορταίνουν με τη φάβα που μόλις έβρασε η κόρη του Σοφία. Τη σερβίρει πάντα με μπόλικο αγουρέλαιο και καυτερά κρεμμύδια.

Το γλέντι
Ένα αντρόγυνο βοτανολόγων που ζουν αρκετά χρόνια στο νησί καλλιεργεί σε δικό του περιβόλι τα σπάνια βότανα του νησιού. Η γερμανίδα γυναίκα εξηγεί στον… ερωτιάρη της παρέας πώς μπορεί να βρει το αφροδισιακό φυτό «μανδραγόρα»! Διάφορα σχόλια ακούγονται από τους ντόπιους, όπως ότι πρέπει να δέσεις ένα σχοινί σε σκύλο και το σκυλί να τραβήξει τον μανδραγόρα και να τον ξεριζώσει γιατί… τη στιγμή που ξεριζώνεις το φυτό ακούγεται μια δυνατή κραυγή που σε τρελαίνει.

«Απόψε οι Σταύροι κι οι Σταυρούλες γιορτάζουν! Ρακόμελο να πίνουν κι ό,τι θέ’ να γίνουν» τους εύχεται τραγουδώντας την αυτοσχέδια μαντινάδα ο Νικόλας και τα όργανα τον ακολουθούν. Οι εορτάζοντες δίνουν τις παραγγελιές τους και αρχίζουν τον χορό. Το πανέρι μπροστά στα βιολιά και στα λαούτα γεμίζει με πεντοχίλιαρα! Ενδίδουμε στα κεράσματα και ανταποδίδουμε…

Ο Παντέλος γλυκοκοιτά τη Δέσποινα και ο Νικόλας με τη φωνή του τούς προτρέπει στον χορό. Το ζευγάρι χορεύει εκστασιασμένο και ο Μάγκας τούς φέρνει πάνω σε δίσκο το τυπικό κέρασμα: ένα σφηνάκι ρακί και μια μικρή σοκολάτα υγείας. Η Δέσποινα όλο νάζι δέχεται το ρακί και χαιρετίζει τους παρευρισκόμενους γλεντοκόπους που καμαρώνουν τη χάρη της, αφήνοντας το γλύκισμα στον λεβέντη της. Τότε και αυτός της εύχεται τέτοια γλύκα να έχει πάντα και προτού ξαναρχίσει τον χορό μαζί της φωνάζει «φέρτε φάρμακο!».

ΜΑΡΩ ΚΟΥΡΗ για το Βήμα

Απάντηση