Ν.Οικονομίδης ο Βάρδος των μικρών Κυκλαδων

«Η παραδοσιακή μουσική είναι πολύ εξειδικευμένη. Θέλει τον τόπο και τον χρόνο της. Η σωστή απόδοση του ύφους μιας μουσικής φόρμας είναι σπουδαία και δύσκολη υπόθεση»

Ακόμα και από ένα νησιώτικο να πας σ’ ένα ηπειρώτικο, αλλά να το παίξεις σωστά, να μπεις πραγματικά μέσα του, χρειάζεται μια ζωή. Δεν αρκεί να είναι κάποιος, απλά δεξιοτέχνης. Επιβάλλεται να’ χει το ανάλογο ύφος και ήθος. Επειδή μάλιστα σήμερα οι διαφορές στο ύφος μεταξύ των περιοχών αρχίζουν να χάνονται πρέπει να παλέψουμε να διατηρηθούν γιατί αυτό έχει πραγματική αξία. Για παράδειγμα το βιολί στα Δωδεκάνησα είναι στον «αέρα», πεταχτό και αισιόδοξο. Αντίθετα στις Κυκλάδες είναι τραβηγμένο, μελαγχολικό, μερακλίδικο, πιο κλαφτό. Αυτό πηγάζει από μια σειρά ιστορικών γεγονότων και αξίζει τον κόπο να μην χαθεί».
Ο Νίκος Οικονομίδης, δεξιοτέχνης του βιολιού μιλά για την παραδοσιακή μουσική και τα νησιώτικα του συρμού.

1. Γεννημένος στις μικρές Κυκλάδες και συγκεκριμένα;
Κατάγομαι από τη Σχοινούσα.
2. Οι Κυκλάδες έχουν ιδιαίτερο μουσικό χρώμα;
Ναι, βέβαια, τόσο σε σχέση με άλλα νησιά του Αιγαίου (Δωδεκάνησα, Ανατολικό Αιγαίο κλπ.). όσο και μεταξύ τους. Τα μουσικά κέντρα που επηρεάζουν τις Κυκλάδες είναι η Αμοργός, η Σίφνος και η Νάξος, αλλά το κάθε νησί έχει το δικό του χορό, χρώμα, χαρακτήρα και ιδίωμα.
3. Πώς σε επηρέασε ο τόπος καταγωγής σου, για να ασχοληθείς με την παραδοσιακή μουσική;
Πάρα πολύ! Ήταν καθοριστικός, διότι κατάγομαι από ένα τόπο με πολλούς μουσικούς και μεγάλωσα μέσα σε μουσική οικογένεια. (Ο προπάππους Μάρκος έπαιζε λύρα, ο παππούς Κώστας βιολί – το οποίο έχω ακόμα, ο πατέρας μου, κι εγώ, βιολί). Εκτός αυτών, είχα ακούσει το Σταμάτη Μπαρδάνη- ξακουστό μουσικό από την Απείρανθο της Νάξου – καθώς και άλλους ντόπιους οργανοπαίχτες όπως τον Γιώργο Σιγάλα από τη Δονούσα ή Περιβολάρη, τον Νικήτα Νομικό, που έπαιζε λαούτο με τον πατέρα μου, τον Μανώλη Μπαρμπεράκη, τον Δημήτρη Σκοπελίτη και άλλους. Βίωνα αυτή τη μουσική 100% στο φυσικό της χώρο. Μικρό παιδάκι, σταματούσα το παιχνίδι και έτρεχα να ακούσω το βέρσο, τον αυτοσχεδιασμό του μουσικού που έπαιζε στο καφενείο!
4. Τόσο μικρά νησιά και τόσο μεγάλη μουσική παράδοση;
Δεν είναι θέμα μεγάλης μουσικής παράδοσης, είναι θέμα πραγματικής και αυθεντικής μουσικής. Εκεί δηλαδή ο κόσμος δεν άκουγε κάτι που ερχόταν απ’ έξω και παιζόταν με μηχανικό μέσο, απλά για να περάσει την ώρα του. Βίωνε τη μουσική, συμμετείχε στα μουσικά δρώμενα και τη διαμόρφωνε ακόμα και ο ίδιος. Την ώρα που έπαιζαν οι μουσικοί, όλοι μα όλοι, έκαναν διάλογο μεταξύ τους. Έλεγαν μαντινάδες, καινούρια παινέματα, κλπ. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν μέρη στα οποία διατηρείται αυτή η παράδοση, η οποία έχει μέσα της τη δύναμη της αυθεντικότητας και βασίζεται στη δημιουργία της στιγμής. Τέτοιες στιγμές ήταν πολλές τότε! Τίποτε δε γινόταν από υποχρέωση και ο κόσμος περίμενε με λαχτάρα να ακούσει τη μουσική και να χορέψει. Γνώριζαν τους σκοπούς τους και ήξεραν πως ήθελαν να τους ακούσουν. Με βάση το πρωτόλειο δημιουργούσαν ο καθένας τη δική του κάθε φορά διαφορετική ιστορία. Η μουσική «αυτή» μιλάει στα κύτταρα του ανθρώπου, δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά. Δεν ήταν η μουσική του αυτιού, ήταν μουσική της καρδιάς. Ακόμη και η υψηλή τέχνη που προκύπτει από το συνδυασμό μουσικής από ανθρώπους και κομπιούτερ, ή από μια τεράστια ορχήστρα, δεν προκαλεί αυτό το προσωπικό κέντρισμα, που δημιουργεί αυτή η μουσική. Έπαιζε ο μουσικός βιολί και σε χτυπούσε μες την καρδιά, κατευθείαν. Αυτό εγώ ακόμα το συναντώ σε κάποια μικρά νησιά.
5. Μιλήσατε προηγουμένως για μεγάλους παίχτες στο βιολί. Πως αναγνωρίζει κανείς ένα καλό μουσικό;
Θα σου πω ένα παράδειγμα. Έπαιζε ο Σταμάτης Μπαρδάνης μια μαντινάδα το πρωί μετά το γλέντι για μια κοπέλα του χωριού. Ο κόσμος έβγαινε έξω, ξημερώματα, με τα σώβρακα και ξυπόλυτος, για να τον ακούσει. Όταν λοιπόν ένας τέτοιος παίχτης -θα έλεγα μάγος εγώ- σε κάνει να σηκωθείς ξυπόλυτος και γδυτός να βγεις έξω και να σταθείς κοντά του για να τον ακούσεις, αυτό δείχνει ότι είναι καλός!
6. Σε ποιά ηλικία πρωτοξεκίνησες με το βιολί;
Από μικρός έφτιαχνα μόνος μου όργανα με μεσινέζες από τα παραγάδια, τα τέντωνα πάνω σε ξύλα, έφτιαχνα αυτοσχέδια όργανα και έπαιζα πάνω στα δώματα όλη μέρα – κάτι σα λαούτο – και τραγουδούσα!!! Μετά όταν πήγα στο Γυμνάσιο στη Νάξο ήρθε στα χέρια μου ένα μπουζούκι και άρχισα να παίζω. Όταν στα 13 μου ήρθα στην Αθήνα, ο πατέρας μου με το φόβο ότι θα γίνω μπουζουξής, καθόσον, όπως και όλοι οι παραδοσιακοί παίχτες, δεν το είχε καθόλου σε υπόληψη, ήρθε μια μέρα με το βιολί του, και προφασιζόμενος ότι ήθελε να το φτιάξει, μου το άφησε. Έτσι άρχισα να παίζω. 14 χρονών, με πήγε στο Ωδείο Αθηνών για ακρόαση ως ειδικό ταλέντο ο Διονύσης Σαββόπουλος – νά’ ναι καλά – γιατί δεν με έπαιρναν λόγω ηλικίας. Με άκουσε ο κ. Παλλάντιος, διευθυντής τότε, και έπειτα η κυρία Ισμήνη Κάρτερ, καθηγήτρια Α’ και με πήραν, ατελώς! Όλοι εκεί με έλεγαν παιδί του Σαββόπουλου, επειδή με είχε πάει ο ίδιος. Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο Ωδείο Αθηνών και στο Εθνικό αλλά δεν σταμάτησα να ψάχνομαι. Μέχρι το Άγιο Όρος έφτασα, όπου βρήκα χειρόγραφα που μιλούσαν για τα μακάμια. Από την έρευνα ανακάλυψα πολλά και προτείνω σε κάθε νέο μουσικό πέρα από τις υποδείξεις των δασκάλων του να έχει και προσωπικές αναζητήσεις.
7. Και πότε το βιολί έγινε ο βασικός τρόπος απασχόλησης;
Με το βιολί πρωτοασχολήθηκα επαγγελματικά το 1974-75 όταν με άκουσε κάποιος να παίζω στο λιθογραφείο που δούλευα και με κάλεσε να παίξω σ’ ένα γάμο στη Σαλαμίνα, όπου πήρα 25 χιλιάδες δραχμές μεροκάματο. Από τότε αποφάσισα να παίζω δύο φορές την εβδομάδα σε μια ταβέρνα στη Σαλαμίνα και από τη «χαρτούρα» τότε κατάφερα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου στο σχολείο και τη μουσική.
8. Πειραματίζεσαι με άλλα πράγματα ή είναι κάτι που έχεις αποφασίσει ότι δεν σ’ ενδιαφέρει;
Όχι πάντα πειραματίζομαι και είμαι άνθρωπος της τεχνολογίας. Αυτή τη στιγμή τολμώ να ομολογήσω ότι έχω κάνει δίσκο στον οποίο εκτός από το βιολί και τη φωνή μου, όλα τ’ άλλα όργανα τα παίζει ο υπολογιστής και δεν το έχει καταλάβει κανείς. Όμως η τεχνολογία δεν με χρησιμοποιεί, την χρησιμοποιώ όπως, εγώ, θέλω. Πειραματίζομαι συνεχώς με καινούρια πράγματα, αλλά όταν δω, ότι αυτά θίγουν τη μουσική που εκφράζω, το ήθος και το ύφος της δηλαδή, τα απορρίπτω. Δεν είμαι «κολλημένος» αλλά όταν βλέπω για παράδειγμα, ότι παίζω ένα Αμοργιανό κομμάτι με 1500 όργανα και δεν είναι καλύτερο από το να βάλω ένα βιολί και ένα λαούτο, δεν επιμένω να χρησιμοποιώ μια συμφωνική. Σου δηλώνω ότι το προσπάθησα στο «Πέρασμα στην Αμοργό». Αντίθετα στο «Πέρασμα στα Κύθηρα» έκανα μια πλούσια ενορχήστρωση γιατί εκεί ταίριαζε. Κάνω οτιδήποτε πρωτοποριακό όχι όμως για να γίνει μοντέρνο.
9. Όσα έχουμε συζητήσει μέχρι στιγμής έχουν να κάνουν με σπουδές. Το να γράφεις στίχους και μουσική, δηλαδή τη συνθετική και στιχουργική σου ικανότητα, πότε την ανακάλυψες;
Από μικρό παιδί είχα αυτήν την ανάγκη. Άκουγα το θερμιώτικο όπως το έπαιζε ο Πατεράκης, ο Σκοπελίτης, ο πατέρας μου. Έμαθα λοιπόν να παίζω «θερμιώτικο», να είμαι στο ύφος, αλλά και να κάνω κάτι καινούριο, κάτι δικό μου. Αντίθετα οι νέοι σήμερα κοιτούν να μη φύγουν νότα, από αυτό που τους δείχνει ο δάσκαλός τους. Αυτό είναι όμως πολύ λάθος αντίληψη. Πρέπει να παίρνουμε αυτό που μας δίνουν οι παλαιότεροι, αλλά να το περνάμε μέσα από εμάς και να το βγάζουμε με το δικό μας τρόπο, ώστε να ακούγεται ωραίο. Μπορεί να παίζεις παλιά κομμάτια, μα όταν νιώθεις το χορό και τον χορευτή, θέλεις να παίξεις και κάτι καινούριο, κάτι φρέσκο για να εκφραστείς. Τι κάνεις λοιπόν; Φτιάχνεις ένα νέο τραγούδι. Αυτό βέβαια θέλει μια ικανότητα και δεν είναι απαραίτητο ένας καλός μουσικός να είναι και καλός συνθέτης. Ούτε το ανάποδο.
10. Εσύ τον εαυτό σου που θα τον κατέτασσες; Στους καλούς μουσικούς, τους καλούς συνθέτες ή στους καλούς στιχουργούς;
Πουθενά δεν νομίζω ότι είμαι καλός. Απλώς είμαι ειλικρινής. Είμαι αυτό που είμαι. Γράφω τραγούδια μέσα στην παλιά φόρμα και στο παλιό κώδικα. Αγαπώ αυτό που κάνω και το κάνω με ειλικρίνεια. Δεν έχω παράπονο, έχει ανταπόκριση από τον κόσμο.
11. Θεωρείς επιτυχία να γράφεις τραγούδια τα οποία δεν γνωρίζει κανείς ότι είναι νέα αλλά αντιθέτως πιστεύει ότι είναι παραδοσιακά;
Είναι δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία είναι επιτυχία κι από την άλλη όχι. Θεωρώ ότι το να κάνεις ένα τραγούδι υψηλής ποίησης, απλό, να χορεύεται, να μπορεί κάποιος να το τραγουδάει, να ακολουθεί το ρυθμό με τα χέρια του, να αντέχει στο χρόνο και να μη θέλει ειδικές ενορχηστρώσεις είναι πράγμα πολύ δύσκολο. Στην Ελλάδα όμως δεν χαίρει καμίας εκτίμησης. Δεν έχω αναγνωριστεί ως συνθέτης, αλλά θεωρούμαι κλέφτης!! Στην Αμερική ίσως να μου έδιναν βραβείο. Μου προσάπτουν ότι κλέβω παραδοσιακά θέματα. Δεν είναι όμως έτσι. Αυτό είναι το παράπονό μου. Μάλιστα για χρόνια σταμάτησα να γράφω, γι’ αυτόν το λόγο. Δεν με ενδιαφέρει να αποδείξω ότι είμαι συνθέτης, γιατί εγώ απλά γράφω τραγούδια με την καρδιά μου. Τώρα τελευταία, όμως, κατάλαβα ότι όλα αυτά είναι μάταια και ξανάρχισα ν’ αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο και να γράφω. Δεν σου κρύβω πάντως ότι μ’ αρέσει κατά βάθος να πιστεύουν ότι τα τραγούδια μου είναι παλιά παραδοσιακά. Κάποιες φορές αισθάνομαι περίεργα, όταν μου ζητούν τραγούδια μου και ρωτούν κιόλας αν τα ξέρω, αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όλοι οι συνθέτες λίγο ως πολύ. Απλά στη δική μου περίπτωση, ο κόσμος δεν γνωρίζει, καν, ότι είναι σύνθεση κάποιου. Μου αρκεί πάντως το τραγούδι να είναι πραγματικό, ν’ αρέσει στον κόσμο και να το χορεύει.
12. Αυτό όμως που λες τώρα, εντάσσεται σ’ αυτό που συζητούσαμε νωρίτερα, δηλαδή πως εξελίσσονταν οι νεότεροι μουσικοί από τους παλαιότερους. Το ίδιο δεν κάνεις κι εσύ τώρα;
Γιατί να το κατηγορεί κάποιος αυτό; Δεν καταλαβαίνω. Ειδικά όταν πρόκειται για την παραδοσιακή μουσική, η οποία δεν έχει άλλο τρόπο δημιουργίας. Αυτή τη στιγμή πιστεύω ότι στην Ελλάδα, περνάμε κρίση ταυτότητας. Υπάρχει η νοοτροπία ότι, ό,τι είναι παραδοσιακό είναι καλό και ό,τι δεν είναι παραδοσιακό είναι κακό. Είμαστε στο στάδιο της καταγραφής, γι’ αυτό διαπιστώνουμε ότι έχουν μεγάλη πέραση οι δίσκοι καταγραφής και αρχείου. Στο σημείο αυτό θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Παλαιότερα όλα τα χορευτικά χόρευαν Μπαλαριστό Μυκόνου με το τραγούδι μου «Αυτό το καλοκαίρι θα’ ρθώ στην Αμοργό». Όταν όμως έμαθαν, ότι είναι δική μου σύνθεση, άρχισαν να χρησιμοποιούν την παλιά εκτέλεση, το οργανικό δηλαδή κομμάτι, παρότι το δικό μου τραγούδι, ήταν το αγαπημένο τους. Όσο το θεωρούσαν παραδοσιακό, το αγαπούσαν και το χόρευαν. Μόλις έμαθαν, ότι είναι δικό μου σταμάτησαν να το χορεύουν.
13. Τα νησιώτικα «του συρμού» που ακούγονται. Πως τα κρίνεις;
Γιατί τα λες νησιώτικα; Επειδή έχουν βιολί; Γιατί για να μιλήσουμε σοβαρά ένα νησιώτικο τραγούδι πρέπει να ‘χει ένα συγκεκριμένο κώδικα. Όπως και ένα ηπειρώτικο έχει τους δρόμους, τους ρυθμούς, το ύφος και το ήθος του. Αν τώρα κάποιος λαϊκός τραγουδιστής βάζει ένα βιολί, παίζει μια ρούμπα από την Ουρουγουάη και βάζει και λέξεις για τη θάλασσα μέσα, αυτό δεν είναι νησιώτικο! Νεότερα νησιώτικα τραγούδια, που είχαν την ισορροπία μεταξύ παλιού και καινούριου, ήταν για μένα αυτά, που έγραψε ο Γιώργος Κονιτόπουλος. Έκτοτε το χάος! Δεν υπάρχει κάτι νέο με το ύφος και το ήθος του παλιού. Δεν απογοητεύομαι όμως από αυτό, γιατί πάντοτε οι συνθέτες ήταν λίγοι. Όσον αφορά τα χαζοτράγουδα, αυτά πάντα βγαίνουν, αλλά ξεχνιούνται. Το καλό τραγούδι θα μείνει και θα γίνει κλασικό, παραδοσιακό.
14. Πολλοί επίσης αγνοούν, ότι συμμετέχεις σε έντεχνα σχήματα καταξιωμένων καλλιτεχνών. Έχεις κάνει πολύ σημαντικές συνεργασίες. Θες να μας πεις μερικές από αυτές;
Έχω κάνει αρκετές συνεργασίες. Με τις Χάρις Αλεξίου, το Γιάννη Μαρκόπουλο, το Γιώργο Νταλάρα, τη Μαρίζα Κωχ, το Χρήστο Νικολόπουλο. Έχω παίξει στο Μέγαρο Μουσικής και πολλές φορές σε συναυλίες στο εξωτερικό. Ελπίζω να μην ξεχνώ κανένα.
15. Η επιλογή των συνεργατών;
Η επιλογή είναι δική μου. Μου έχουν ζητήσει συνεργασίες άλλοι λαϊκοί τραγουδιστές με πιο δελεαστικά μεροκάματα και έχω αρνηθεί. Επιλέγω με καλλιτεχνικό κριτήριο. Δεν δανείζω τον εαυτό μου για να παίξω μ’ ένα καλλιτέχνη, απλά για να πάρω περισσότερα χρήματα. Ντρέπομαι. Επίσης ποτέ δεν δέχτηκα να γίνω γλάστρα. Ίσως γιατί δεν είχα την ανάγκη. Και δοξάζω το Θεό γι’ αυτό. Είχα πάντα τις δικές μου δουλειές, το δικό μου κοινό. Αν είχα την ανάγκη, ίσως να το έκανα ή θα είχα αλλάξει δουλειά. Βέβαια έχω χάσει πολλά χρήματα απ’ αυτή μου τη στάση, αλλά αυτό μου χαρίζει ηρεμία, κουράγιο και περίσσευμα από τη ψυχή και την καρδιά μου, για να γράφω μουσική και στίχους μαζί. Τα τραγούδια μου δεν ξεπερνούν τα 100, αλλά μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση ότι σ’ ένα πανηγύρι βγάζω ώρες γλεντιού με τα τραγούδια μου και μόνο.
16. Πως συνδυάζονται η λαϊκή, η έντεχνη και η παραδοσιακή μουσική και πόσο δύσκολο είναι να δίνει ο μουσικός το σωστό ύφος;
Δεν συνδυάζονται, απλά πρόκειται για καθαρά επαγγελματικές σχέσεις. Η παραδοσιακή μουσική είναι πολύ εξειδικευμένη. Θέλει ο τόπο και το χρόνο της. Η σωστή απόδοση του ύφους μιας μουσικής φόρμας είναι σπουδαία και δύσκολη υπόθεση. Ακόμα και από ένα νησιώτικο να πας σ’ ένα ηπειρώτικο, αλλά να το παίξεις σωστά, να μπεις πραγματικά μέσα του, χρειάζεται μια ζωή. Δεν αρκεί να είναι κάποιος, απλά δεξιοτέχνης. Επιβάλλεται να’ χει το ανάλογο ύφος και ήθος. Επειδή μάλιστα σήμερα οι διαφορές στο ύφος μεταξύ των περιοχών αρχίζουν να χάνονται πρέπει να παλέψουμε να διατηρηθούν γιατί αυτό έχει πραγματική αξία. Για παράδειγμα το βιολί στα Δωδεκάνησα είναι στον «αέρα», πεταχτό και αισιόδοξο. Αντίθετα στις Κυκλάδες είναι τραβηγμένο, μελαγχολικό, μερακλίδικο, πιο κλαφτό. Αυτό πηγάζει από μια σειρά ιστορικών γεγονότων και αξίζει τον κόπο να μην χαθεί.
17. Το νησιώτικο τραγούδι έχει γνωρίσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες μεγάλες δόξες. Περιέχεται σ’ όλα τα γλέντια. Ξεκίνησε εκείνη την περίοδο με τον Γ. Κονιτόπουλο και τον Πάριο. Όλα αυτά τελικά έκαναν καλό ή έχουν βλάψει σε κάτι;
Κατά τη γνώμη μου πάντα, αυτά τα πράγματα κάνουν και καλό και κακό και ο καθένας πρέπει να κρατά αυτό που θεωρεί καλό και να πετά εκείνο που θεωρεί κακό. Μπορεί  ν’ αγαπά τον Ικαριώτικο με την εκτέλεση του Πάριου σε καμία όμως περίπτωση το νέο αυτό τραγούδι δεν πρέπει να πάρει τη θέση του παλιού Ικαριώτικου. Εμένα μου αρέσει που έχουν αγαπήσει σ’ όλη την Ελλάδα το νησιώτικο τραγούδι. Εκτιμώ όπως όλος ο κόσμος την Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη, που έχει κάνει φανταστικές ερμηνείες. Ο Πάριος όμως με τα Νησιώτικα Α’ έκανε το άνοιγμα προς τον κόσμο. Τα ερμήνευσε καταπληκτικά με τη φωνάρα του και την τσαχπινιά του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Πάριος έχει το τοπικό ιδίωμα των νησιών. Γιατί όπως είπαμε, κάθε νησί έχει το δικό του ιδίωμα και χαρακτήρα. Την αξία της προσπάθειας δεν τη μειώνει, το γεγονός ότι πιθανόν υπάρχουν στο δίσκο τραγούδια, που εγώ, ως μουσικός, θα ήθελα να τ’ ακούσω διαφορετικά. Αν τα είπε καλά ο Πάριος, θα μείνει ο δικός του τρόπος. Γιατί η παράδοση συνέχεια εξελίσσεται. Ο νέος μουσικός θ’ ακούσει χωρίς ενδοιασμό και τον Πάριο κι εμένα και την Ειρήνη Κονιτοπούλου και θα επιλέξει τα στοιχεία που του αρέσουν από τον καθένα.
18. Νέοι μουσικοί υπάρχουν;
Δυστυχώς δεν υπάρχουν ορχήστρες που να παίζουν σωστά αυτά τα τραγούδια. Έχουμε νέους μουσικούς, δεν έχουν όμως ούτε τον παλμό ούτε το τέμπο, γιατί προφανώς δεν έχουν βιώματα. Η δικιά μας μουσική είναι βιωματική. Αν δεν έχεις βιώματα, δεν μπορείς να παίξεις και αυτό είναι κάτι που δε διδάσκεται σε καμία σχολή. Οι νέοι μουσικοί δεν παίζουν σε πανηγύρια, δεν έρχονται σε επαφή με τον κόσμο. Τον ρυθμό οι χορευτές τον δίνουν. Η μουσική μας είναι αλληλένδετη με το χορό. Δεν μπορώ να παίζω μουσική στο σπίτι μου χωρίς να βλέπω να τη χορεύει κάποιος. Δεν ξέρω πως πρέπει να παίξω τις νότες, με τι αξία, που να κάνω τσάκισμα ή που πρέπει να φορτσάρω. Όλα αυτά ο χορευτής θα μου τα δώσει. Και δεν είναι ένας χορευτής είναι πολλοί. Θα δω τον ένα καλό χορευτή, τον δεύτερο, τον τρίτο…Αυτό γίνεται αυθόρμητα, δίνει ο ένας, παίρνει ο άλλος. Το πρώτο πράγμα που απαιτείται λοιπόν από έναν νέο μουσικό, αν θέλει να παίξει σωστά, είναι να παρακολουθεί τους χορευτές στα παραδοσιακά πανηγύρια. Επιπλέον, να πάρει την ευλογία – τη σκυτάλη από τους παλιούς μουσικούς. Πρέπει να μπει μέσα στη μουσική και να τη σεβαστεί σαν ιερό χώρο, γιατί δημιουργήθηκε από μεγάλες ψυχές σε πραγματικές και μεγάλες στιγμές. Διαφορετικά θα μπει και θα την κουρσέψει.
19. Μιας και είπες για τη δουλειά σου, ποιά ήταν η πρώτη σου δισκογραφική δουλειά, η πρώτη συνεργασία;
Ήταν 12 καινούρια δικά μου τραγούδια, τα οποία ερμήνευσε η Ελένη Λεγάκη και για τα οποία μου έδειξε εμπιστοσύνη μόνο ο Δημήτρης Πολίτης από την «Πόλυφων». Ο δίσκος έγινε χρυσός! Στη συνέχεια οι μεγάλες εταιρείες, όταν είδαν πως το είδος είχε εμπορικό αντικείμενο, άρχισαν όλες να βγάζουν αυτά τα «σκυλοψαράδικα». Αυτό με ώθησε στη δημιουργία της δικής μου δισκογραφικής εταιρείας, γιατί διαπίστωσα ότι αυτό που αρέσει σε μένα, δηλαδή η σύγχρονη παραδοσιακή μουσική, όπως την ονομάζω εγώ, δεν ενδιαφέρει τις εταιρείες καθώς και ότι θα αναγκαζόμουν να εξαρτώμαι από ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς παραγωγούς και άλλους που δεν είναι γνώστες, όχι της δικής μου μόνο μουσικής αλλά και της ίδιας της Δόμνας Σαμίου.
20. Επ’ ευκαιρία που αναφέρθηκες στη κα. Σαμίου, στον τελευταίο σου δίσκο με τίτλο «ΑΝΤΙΚΕΡΙ» εκτός από τον κ. Λιάβα, την κα Σαμίου προλογίζει και ο κ. Σαββόπουλος. Ήταν δική σου επιθυμία;
Ναι. Ήταν εποχή που ακουγόταν παντού ένα «σκυλοψαράδικο» τραγούδι και δεν ήθελα να συνδεθεί ο δίσκος μου μ’ αυτό το είδος μουσικής. Γι’ αυτό ζήτησα από καταξιωμένους ανθρώπους τριών διαφορετικών χώρων, να πουν τη γνώμη τους. Στην κα Σαμίου απευθύνθηκα, γιατί εκτός από το αναγνωρισμένο κύρος της και τη σοβαρότητα που διέπει τη δουλειά της, δεν συμβιβάζεται με λιγότερο ποιοτικά πράγματα και δεν λέει ποτέ κάτι αν δε το πιστεύει. Όταν άκουσε τα δύο πρώτα τραγούδια έκανε σχόλια για τα όργανα και στο τρίτο και τέταρτο, είχαμε αρχίσει να χορεύουμε. Για πρώτη φορά η κα Σαμίου μίλησε θετικά για ένα νεότερο σύγχρονο τραγούδι. Ότι δηλαδή δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα παλιά. Για μένα αυτό ήταν η μεγαλύτερα αναγνώριση και πληρωμή για όλη τη προσπάθειά μου.

Πηγές
Νίκος Οικονομίδης
Kykladesnews

Σχετικά Άρθρα

Λαϊκή Μουσική / Παραδοσιακοί Χοροί Αμοργού

2 ΣΧΟΛΙΑ

Απάντηση