Η Αμοργός που αγάπησα

H Φλώρα Καμχή, ταξιδεύει στην Αμοργό και παρουσιάζει τα περίφημα χειροποίητα κεντήματα της Ποθητής Μεντρινού.
Το καράβι έκανε οκτώ ώρες για να φτάσει στην Αιγιάλη στις μιάμισυ το πρωί. Μετά έναν καλό ύπνο, το πρωινό στη βεράντα μας έδωσε την πρώτη γεύση του νησιού και η θάλασσα που βρισκόταν μόλις τρία λεπτά με τα πόδια, μας προκαλούσε να βουτήξουμε, να απολαύσουμε τα λαμπερά πεντακάθαρα νερά. Κολυμπώντας, τα βουνά γύρω, βραχώδη και επιβλητικά τυλιγμένα που και που με μαύρα διάφανα σύννεφα που έφερνε ο αέρας έμοιαζαν δελφικά, μυστηριώδη, και τα τρία μικρά κατάλευκα χωριά ήταν μια πρόκληση, έτσι κρεμασμένα και μοναχικά που στέκονταν στο ύψωμα.
Στην αρχή γνωρίσαμε το ένα, τα Θολάρια, στη συνέχεια επισκεφτήκαμε τα άλλα -τον Ανω και Κάτω Ποταμό- και τέλος το χωριό Λαγκάδα, το οποίο ξεχωρίσαμε και για την ομορφιά του και για τους ανθρώπους του. Ανεβήκαμε τα μεγάλα πλατύσκαλα, είδαμε κόσμο και σε ένα καφενείο προσέξαμε μια γυναίκα που φορούσε στο κεφάλι ένα λευκό, κεντημένο μαντήλι.
Θέλαμε να γνωρίσουμε τον άνθρωπο που το έφτιαξε και έτσι φτάσαμε στο σπίτι της Ποθητής Μεντρινού, μιας νέας γυναίκας που μας έδειξε λευκές μαντήλες κεντημένες με λουλούδια ασπροκέντητα με τα ίδια της τα χέρια.

Τέλεια δουλειά, άψογο αποτέλεσμα για μια γνήσια ελληνική μαντήλα που μπορεί κανείς να φορέσει και στους ώμους του, ένα πραγματικό στολίδι.
Την άλλη μέρα, γνωρίσαμε τυχαία την πεθερά της Ποθητής, τη γιαγιά Φανή
η οποία μας κάλεσε στο σπιτικό της μας κέρασε υποβρύχιο σε κρύο νερό και μας είπε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ίδιο αυτό σπίτι.
Το χωριό δεν είχε ηλεκτρικό μέχρι το 1998, και οι άνθρωποι του όλα τα χρόνια που θυμάται, δούλευαν σκληρά και παρήγαγαν αρκετά όσο για να περάσουν τη χρονιά με ότι έβγαζε η γη τους, ότι μέλι έβγαζαν τα μελίσσια τους για να ζήσουν και το μόνο που μπορούσαν να αποθηκεύσουν ήταν τα όσπρια στο κάτω μέρος της κασέλας στο σαλόνι.
Τέλος, γνωρίσαμε και το Δήμαρχο της Αμοργού, έναν άντρα με όραμα έτοιμο να προβάλλει τις αξίες του χωριού, τις ρίμες που γράφτηκαν από ντόπιους γιαυτό οργανώνοντας εκδηλώσεις και συγκεντρώνοντας τους κατοίκους στο χώρο του Δημαρχείου.

Στη Λαγκάδα είδα την όψη της αληθινής ζωής και ένιωσα ότι υπάρχει πάντα η Ελλάδα με έναν τρόπο μοναδικό που τον φτιάχνουμε εμείς οι Έλληνες που αγαπάμε τον τόπο μας και είμαστε περήφανοι γι αυτόν.


Κείμενα-Φωτογραφίες  Φλώρα Καμχή

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΣυλλογή φαρμάκων στην Αμοργό
Επόμενο άρθροΑμοργός
Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια Μὴ γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ - Αμοργός - Νίκος Γκάτσος

1 ΣΧΟΛΙΟ

Απάντηση